Last tango in Paris. 50 years.

της Κέλλυς Σταυροπούλου

Last Tango in Paris. Μια φράση που από μόνη της παραπέμπει σε ρομαντικό ειδύλλιο, πρόλαβε, 50 χρόνια πριν, να γίνει τίτλος μιας εμβληματικής ταινίας και τελικά να ταυτιστεί με το βίαιο σεξ, με το παράδοξο που μπορεί να συνδέσει έναν άντρα και μια γυναίκα και βέβαια με το Παρίσι -σε μια πιο ρεαλιστική εκδοχή του αυτή τη φορά.

Ο Bernardo Bertolucci σκηνοθετεί τις προσωπικές του φαντασιώσεις, με φόντο ένα Παρίσι που απεκδύεται τον κλισέ χαρακτηρισμό του ως «η Πόλη του Φωτός». Παραπλανητικό και ατμοσφαιρικό, γεμάτο έμπνευση και αφορμές για να υπερβείς τα προσωπικά σου όρια, το Παρίσι του Bertolucci είναι ένας τόπος στον οποίο ζουν αληθινοί άνθρωποι με σκοτεινές σκέψεις, βίαια ένστικτα και σαρκικά πάθη. Ντυμένο με το κιτρινωπό, ρετρό πέπλο του ‘70, σε κάνει να αναρωτηθείς για λίγο μήπως αυτή η εκδοχή του ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλη. Όσο για τις άναρχες και ερωτικές τζαζ μελωδίες που έγραψε ο Gato Barbieri ως soundtrack ακολουθούν τη μελαγχολία και τον ρεαλισμό της σκηνοθεσίας.

It takes two to tango

Μπορεί σήμερα να αποτελεί αναμφισβήτητο must-see και να βρίσκεται στα κλασικά της ταινιοθήκης μας, ωστόσο το Last Tango in Paris στην εποχή του θεωρήθηκε ως ακατάλληλο λόγω πορνογραφικού περιεχομένου και ο δημιουργός του, Bernardo Bertolucci, κατηγορήθηκε για σκληρότητα και μισογυνισμό. Μόνο αφού οι Γάλλοι σχημάτιζαν ουρές έξω από τα σινεμά και οι Ισπανοί ταξίδευαν μέχρι την κοντινή τους Μπιαρίτζ για να δουν την πολύκροτη ταινία, επιτράπηκε η προβολή της στην Αμερική, την Αγγλία και κάποιες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει τελικά το στόρι ενός 45χρονου χήρου που συναντά τυχαία μια 20χρονη αρραβωνιασμένη κοπέλα και κάνουν σεξ χωρίς καν να ανταλλάξουν ονόματα; Πολύ, είναι η απάντηση. Ειδικά αν αυτό το στόρι εκτυλίσσεται υπό την ματιά του Bertolucci. Η σκηνή στην οποία ο Paul (Marlon Brando) ζητά από τη Jeanne (Maria Schneider) να φέρει το βούτυρο και τη βιάζει στο πάτωμα -αν μπορεί να χαρακτηριστεί βιασμός μια πράξη που μοιάζει τόσο φυσική, λέγεται ότι ήταν εκτός σεναρίου και ότι η Romy Schneider έκλαιγε πραγματικά, από έκπληξη και θυμό γι’ αυτό που συνέβαινε. Η ηθοποιός αργότερα θα δηλώσει ότι η συμμετοχή της στην ταινία ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο μετανιώνει στη ζωή της. Ο Marlon Brando θα πει ότι μετά το Last tango in Paris ορκίστηκε να μην ξανά γίνει ποτέ τόσο βάναυσος για τις ανάγκες ενός ρόλου. Κανένας από τους δύο δεν θα μιλήσει ποτέ ξανά στον Bernardo Bertolucci.

Γράφοντας για μια τόσο κλασική ταινία, πόσω μάλλον αν δεν είσαι κριτικός κινηματογράφου, μπορείς μόνο να αναπαράγεις πράγματα ήδη ειπωμένα. Το δράμα ενός δυστυχισμένου μεσήλικα που εκτονώνεται σε οργισμένο σεξ. Η αφέλεια ενός κοριτσιού που αναζητά συγκινήσεις και καταλήγει να δέχεται αγόγγυστα την κακοποίηση ονομάζοντας την πάθος ή έρωτα. Μια σαρκική σχέση που λόγω απόγνωσης μπορεί να βιωθεί ως love story και να πάρει μοιραία τροπή. Όλα ειπωμένα, καταγεγραμμένα και επαναλαμβανόμενα -στη ζωή και στο σινεμά. Κρατάμε πάντως σαν λάβαρο το ζωντανό Παρίσι του ’70, τις τζαζ μελωδίες του Barbieri και τον πιο σπαρακτικό Brando είδαμε ποτέ.

 

Popular
Recent
About Men